Για τα παιδιά η ακοή και η ομιλία αποτελούν σημαντικά εργαλεία μάθησης. Τα παιδιά μαθαίνουν να επικοινωνούν μιμούμενα τους ήχους που ακούνε. Αν πάσχουν από κάποιου βαθμού απώλεια ακοής που δεν έχει διαγνωστεί και θεραπευτεί, τότε είναι πολύ πιθανό να παρουσιάσουν καθυστέρηση στην ανάπτυξη της ομιλίας, προβλήματα συμπεριφοράς καθώς και μαθησιακές δυσκολίες.

Πόσο συχνή είναι η παιδική βαρηκοΐα στην Ελλάδα;

Βαρηκοΐα ποικίλου βαθμού υπολογίζεται ότι εμφανίζεται σε ποσοστό 2% στις ηλικίες κάτω των 18 ετών. Η γέννηση παιδιών με μεγάλου βαθμού νευροαισθητήρια βαρηκοΐα ή και κώφωση υπολογίζεται σε 1 τοις χιλίοις.

Ποιες μορφές παιδικής βαρηκοΐας υπάρχουν;

Η παιδική βαρηκοΐα είναι είτε συγγενής, υπάρχει δηλαδή κατά τη γέννηση, είτε επίκτητη.

Πιθανές αιτίες συγγενούς βαρηκοΐας αποτελούν:

Πιθανές αιτίες επίκτητης βαρηκοΐας:

Τις περισσότερες φορές η βαρηκοΐα στα παιδιά είναι προσωρινή και αναστρέψιμη και οφείλεται είτε σε κυψελίδα (κερί) στον έξω ακουστικό πόρο είτε σε καταρροϊκή ωτίτιδα (συλλογή διαφανούς βλέννας πίσω από το τύμπανο), που αποκαθίσταται με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή.

Πώς θα καταλάβω ότι το παιδί μου έχει πρόβλημα ακοής;

Απαντήστε στα παρακάτω ερωτήματα:

Από τη γέννηση έως τους 4 μήνες

Από τους 4 έως τους 9 μήνες

Από τους 9 έως τους 15 μήνες

Από τους 15 έως τους 24 μήνες

Αν πιστεύετε ότι το παιδί σας καθυστερεί αρκετά στην ανάπτυξη των ανωτέρω δεξιοτήτων, αναλογικά με την ηλικία του, καλό θα ήταν να υποβληθεί σε πλήρη ωτορινολαρυγγολογικό έλεγχο και ο ειδικός ωτορινολαρυγγολόγος να συστήσει περαιτέρω εξετάσεις, προκειμένου να αποκλειστεί κάποια πιθανή βαρηκοΐα στο παιδί σας.

Για τα μεγαλύτερα παιδιά καθώς και τα παιδιά προσχολικής ηλικίας είναι σημαντικό να παρατηρήσετε κάποια σημάδια ύποπτα για πιθανή βαρηκοΐα:

Παρόλο που όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι το παιδί σας δεν ακούει, εντούτοις αποτελούν ενδείξεις πιθανής μείωσης της ακουστικής ικανότητας και θα πρέπει να σας κινητοποιήσουν ώστε να επισκεφτείτε κάποιον ωτορινολαρυγγολόγο.

Η διάγνωση της παιδικής βαρηκοΐας γίνεται με μία σειρά εξετάσεων, αντικειμενικών και υποκειμενικών, ανάλογα με την ηλικία του παιδιού.

Έτσι, σε νεογνά και βρέφη χρησιμοποιούμε αντικειμενικές μεθόδους εκτίμησης της ακοής, δηλαδή μεθόδους που δεν απαιτούν τη συνεργασία του ίδιου του παιδιού. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι ωτοακουστικές εκπομπές, τα προκλητά δυναμικά του εγκεφαλικού στελέχους, η τυμπανομετρία και το αντανακλαστικό του αναβολέως.

Οι εξετάσεις αυτές είναι εντελώς ανώδυνες και μπορούν με ακρίβεια να διαγνώσουν αν υπάρχει βαρηκοΐα στο παιδί, πού οφείλεται και τι βαθμού είναι.

Στα μεγαλύτερα παιδιά χρησιμοποιούμε εξετάσεις που απαιτούν τη συνεργασία του παιδιού, όπως παιχνιδοακοομετρία, τονική ακοομετρία και ομιλητική ακοομετρία. Οι εξετάσεις αυτές είναι επίσης ανώδυνες και αρκετά ευχάριστες για το παιδί.

Καταλήγοντας, να πούμε ότι η παιδική βαρηκοΐα είναι αρκετά συνήθης, ειδικά σε παιδιά προσχολικής ηλικίας που πηγαίνουν σε παιδικούς σταθμούς και νηπιαγωγεία, καθώς λόγω των πολλών ιογενών λοιμώξεων πολύ συχνά συγκεντρώνεται βλέννα μέσα στην τυμπανική κοιλότητα (καταρροϊκή ωτίτιδα) και προκαλείται από μικρή έως και σημαντικού βαθμού βαρηκοΐα στο παιδάκι.

Επειδή ειδικά στην ηλικία αυτή η ακοή είναι πολύ σημαντική τόσο για την κοινωνικοποίηση του παιδιού όσο και για την ανάπτυξη του λόγου, καλό θα ήταν τα παιδιά να υποβάλλονται σε ακοολογικό έλεγχο αν υπάρχει έστω και μικρή υποψία ότι δεν ακούν καλά.

Με τη συντηρητική αγωγή που θα συστήσει ο γιατρός, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων η ακοή αποκαθίσταται εντός τριμήνου χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω χειρουργική παρέμβαση.